Skip to content

Πληροφορίες

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Καρυότυπος

Καρυότυπος λεμφοκυττάρων περιφερικού αίματος

Δίνει τη δυνατότητα ελέγχου όλων των χρωμοσωμάτων για την ανίχνευση αριθμητικών και δομικών ανωμαλιών και ανακατατάξεων

Συστήνεται σε:

  • παιδιά με νοητική υστέρηση πολλαπλές συγγενείς ανωμαλίες, κοντό ανάστημα, ιδιόμορφο προσωπείο, αμφιβόλου φύλου έξω γεννητικά όργανα κλπ
  • γονείς παιδιών με χρωμοσωμικές ανωμαλίες
  • άτομα με οικογενειακό ιστορικό χρωμοσωμικών ανακατατάξεων
  • ζευγάρια με προβλήματα υπογονιμότητας, δύο ή περισσότερες αποβολές 1ουτριμήνου, αποτυχημένες προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης (IVF) και γονείς παιδί με χρωμοσωμική ανωμαλία

* Είναι δυνατό στο καρυότυπο να να ανιχνευτεί χρωμοσωμική ανωμαλία σε όλα τα κύτταρα ή σε κάποιο ποσοστό (μωσαικισμός)

** Η παρατήρηση στο καρυότυπο ισοζυγισμένων ανακατατάξεων,  χωρίς εμφανή απώλεια ή πλεόνασμα γενετικού υλικού, δεν έχει παθολογικές επιπτώσεις για τον εξεταζόμενο αλλά οι φορείς έχει αυξημένο κίνδυνο να αποκτήσουν παθολογικούς απογόνους λόγω δημιουργίας ανισόζυγων γαμετών.

Σύνδρομα μικροελλείψεων

Είναι σπάνια γενετικά νοσήματα που συνήθως εμφανίζονται σποραδικά. Οφείλονται σε πολύ μικρά χρωμοσωμικά ελλείμματα (<5Μb) τα οποία δεν μπορούν να ανιχνευθούν με τον συμβατικό καρύοτυπο και απαιτούν για τη διάγνωσή τους τη χρησιμοποίηση εξειδικευμένων τεχνικών. Ο κλινικό φαινότυπος είναι αποτέλεσμα τόσο της έλλειψης των γονιδίων της περιοχής του ελλείμματος όσο και της τοπικής οργάνωσης και εκφρασής τους.

Στο εργαστήριό Κυτταρογενετικής του ΙΥΠ χρησιμοποιείται η τεχνική του Φθορίζοντα  in situ υβριδισμού  (Fluorescent In Situ Hybridization, FISH) για την ανίχνευση των κάτωθι μικροελλειπτικών συνδρόμων

Σύνδρομα DiGeorge/VCFS (OMIM #188400) (1:4000 γεννήσεις): Προκαλείται από υπομικροσκοπικό έλλειμμα της χρωμοσωμικής περιοχής 22q11. Το μέγεθος του ελλείμματος είναι σχετικά μεγάλο και περιλαμβάνει περισσότερα από 100 γονίδια.

Τα διαγνωστικά κριτήρια του συνδρόμου είναι πολλά χωρίς όμως να υπάρχουν κάποια παθογνωμονικά ή υποχρεωτικά. Φαινοτυπικά οι ασθενείς με το σύνδρομο έχουν μακρύ πρόσωπο, ευρεία ρινική γέφυρα, μικρό στόμα και κρανιοσυνοστέωση. Οι περισσότεροι έμφανίζουν συγγενείς καρδιοπάθειες, ειδικότερα ανωμαλίες του αορτικού τόξου, μεσοκοιλιακή επικοινωνία, ατρησία πνευμονικής και τετραλογία Fallot. Ποσοστό 70% των ασθενών αυτών έχουν σχιστίες που επηρεάζουν τη σίτιση και την ομιλία.  Τα παιδιά με σύνδρομο DiGeorge γενικά έχουν μειωμένη  ανοσολογική ανταπόκριση με αποτέλεσμα τη συχνή εμφάνιση λοιμώξεων.  Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν υποπαραθυρεοειδισμό, επιληπτικές κρίσεις, σκελετικές ανωμαλίες, ανωμαλίες του ουρογεννητικού συστήματος και των οφθαλμών,  βαρηκοΐα νευροαιασθητηριακού τύπου και έλλειψη αυξητικής ορμόνης.

Σε μεγαλύτερη ηλικία οι ασθενείς εμφανίζουν αναπτυξιακή καθυστέρηση, διαταραχές συμπεριφοράς και ψυχιατρικά προβλήματα.

Το σύνδρομο είναι συνήθως σποραδικό. Σε ποσοστό 10% των περιπτώσεων είναι οικογενούς χαρακτήρα και για το λόγο αυτό συνιστάται έλεγχος των γονέων.

Σύνδρομο Williamseuren (OMIM #194050) (1:10.000 -20.000 γεννήσεις):  Oφείλεται σε μικροέλλειμμα στη χρωμοσωμική περιοχή 7q11.23 όπου έχει χαρτογραφηθεί, μεταξύ άλλων, και  το γονίδιο ELN το οποίο κωδικοποιεί την ελαστίνη. Οι ασθενείς έχουν χαρακτηριστικό προσωπείο με καθίζηση της βάσης της μύτης και αναπέταση των πτερυγίων, πλατύ στόμα με σαρκώδη χείλη και αραιή οδοντοστοιχία, οίδημα άνω βλεφάρων και αστεροειδή ίριδα. Εμφανίζουν επίσης συγγενή καρδιοπάθεια, κυρίως υπερβαλβιδική αορτική στένωση (75%),ποικίλου βαθμού νοητική υστέρηση (IQ 40-80), υποτονία, ενδοκρινολογικές διαταραχές (υπασβεστιαιμία, υποθυρεοειδισμό, πρώιμη εφηβεία ) και χαρακτηριστική εξωστρεφή συμπεριφορά.

Σύνδρομο MillerDieker (OMIM #247200) (1:100.000 γεννήσεις): To σύνδρομο οφείλεται σε μικροέλλειμμα στη χρωμοσωμική περιοχή 17p13.3. Οι ασθενείς εμφανίζουν σοβαρή νοητική υστέρηση και καθυστέρηση ανάπτυξης, συγγενείς δυσπλασίες διαφόρων οργάνων, χαρακτηριστικά ομαλή εγκεφαλική δομή με μειωμένες πτυχώσεις και αυλακώσεις, γενικευμένη υποτονία, επιληπτικές κρίσεις και ιδιόμορφα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά προσώπου που περιλαμβάνουν προέχων μέτωπο με ρυτίδωση, μικρή μύτη, μεγάλο άνω χείλος,  υπερτελορισμό και ανοδική κλίση βλεφάρων. Συνήθως καταλήγουν στη παιδική ηλικία.

Σύνδρομο SmithMagenis (OMIM #182290) (1:25.000 γεννήσεις): Το χρωμοσωμικό μικροέλλειμμα εντοπίζεται στη θέση 17p11.2. Οι ασθενείς με το σύνδρομο εμφανίζουν φαινοτυπικά ευρύ πρόσωπο, στόμα με καθοδική κλίση και προέχον άνω χείλος, επίπεδη μύτη και προέχουσα γνάθο. Eμφανίζουν επίσης δυσπλασίες διαφόρων οργάνων, σημαντικού βαθμού νοητική υστέρηση, διαταραχές ύπνου και προβληματική συμπεριφορά με άγχος, νευρικότητα, θυμό, επιθετικότητα και τάσεις αυτοκαταστροφής.

Φαινυλκετονουρία (OMIM #261600)

Πρόκειται για σοβαρή γενετική διαταραχή του μεταβολισμού με συχνότητα εμφάνισης 1:10.000 γεννήσεις. Χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα φαινυλαλανίνης στο αίμα, λόγω πλήρους απουσίας ή μειωμένης δραστικότητας  του ενζύμου υδροξυλάση της φαινυλαλανίνης (phenylalanine hydroxylase, PAH). Τα υψηλά επίπεδα φαινυλαλανίνης, δρούν τοξικά στον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα με αποτέλεσμα νοητική υστέρηση, προβλήματα συμπεριφοράς, τρόμο, επιληψία κα.  Οι επιπτώσεις της νόσου μπορεί να προληφθούν με  έγκαιρη έναρξη, πολύ νωρίς στην ζωή του νεογνού, διαιτητικής αγωγής  με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε φαινυλανανίνη και συστηματική παρακολούθηση.

Η γενετική διάγνωση της Φαινυλκετονουρίας γίνεται με ανίχνευση των παθογόνων μεταλλάξεων στο γονίδιο PAH (12q22-q24.2), που κωδικοποιεί για την παραγωγή της υδροξυλάσης της φαινυλαλανίνης.

Στην Διεύθυνση Γενετικής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιου, γίνεται έλεγχος του συνόλου των κωδικών περιοχών και των θέσεων ματίσματος (splice sites) του γονιδίου PAH με αλληλούχιση κατά Sanger. Στην περίπτωση παθολογικών ευρημάτων παρέχεται γενετική συμβουλευτική.

Μη Συνδρομική Βαρηκοία (OMIM #220290)

Είναι κληρονομική νόσος που χαρακτηρίζεται από μερική ή ολική απώλεια της ακοής με προοδευτική επιδείνωση χωρίς να συνοδεύεται από συμπτώματα από άλλα όργανα. Σε ποσοστό 80% ακολουθεί αυτοσωματικό υπολειπόμενο πρότυπο κληρονομικότητατας (1:1000 γεννήσεις) οπότε κάθε γονέας του πάσχοντος έχει ένα μεταλλαγμένο αλληλόμορφο χωρίς ο ίδιος να παρουσιάζει το πρόβλημα. Σε ποσοστό 20% των ασθενών η νόσος ακολουθεί το επικρατιτικό πρότυπο  μεταβίβασης ενω σε σπάνιες περιπτώσεις το φυλοσύνδετο ή το μιτοχονδριακό.

Μη συνδρομική υπολειπόμενη βαρηκοΐα

Ποσοστό 70% των των περιπτώσεων μη συνδρομικής υπολειπόμενης βαρηκοΐας οφείλεται σε μεταλλάξεις του γονιδίου GJB2 που κωδικοποιεί για την παραγωγή της Connexin 26, μιας πρωτεϊνης με σημαντικό ρόλο στην λειτουργία του κοχλία και τη διατήρηση της ωσμωτική ισορροπίας στο έσω αυτί.

Στην Διεύθυνση Γενετικής του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιου, γίνεται έλεγχος του συνόλου των κωδικών περιοχών και των θέσεων ματίσματος (splice sites) του γονιδίου GJB2 με αλληλούχιση κατά Sanger. Οι ασθενείς με αρνητικό αποτέλεσμα, μετά από γενετική συμβουλευτική, υποβάλλονται σε περεταίρω έλεγχο για ανίχνευση μεταλλάξεων σε διευρυσμένη ομάδα γονιδίων με τη τεχνική αλληλούχισης επόμενης γενιάς (Next Generation Sequencing, NGS).