Το Πρόγραμμα Προληπτικού Ελέγχου Νεογνών στην Ελλάδα

 

Το Εθνικό Πρόγραμμα Προληπτικού Ελέγχου Νεογνών άρχισε στη χώρα μας το 1974 πιλοτικά για τη νόσο Φαινυλοκετονουρία, συμπληρώθηκε σταδιακά με τη μέτρηση της δραστικότητας του ενζύμου Αφυδρογονάσητης 6-φωσφορικήςγλυκόζης (G6PD), τον έλεγχο του Συγγενούς Υποθυρεοειδισμού και τη Γαλακτοζαιμία  (Πίνακας 1). Χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Υγείας, Διατροφής και Άθλησης και προσφέρεται δωρεάν στα νεογέννητα.

 

Πίνακας 1 Παθολογικές καταστάσεις που περιλαμβάνονται στο ανιχνευτικό πρόγραμμα νεογνών, έτος έναρξης του ελέγχου και μέθοδοι ανάλυσης ουσιών-δεικτών στις αποξηραμένες σταγόνες αίματος, που χρησιμοποιήθηκαν κατά το 2009

 

Ελεγχόμενη

κατάσταση

Έτος έναρξης

Μετρούμενη

ουσία

Μέθοδος

Φαινυλοκετονουρία

(PKU)

1974

αμινοξύ

φαινυλαλανίνη

φθοριομετρική

Έλλειψη ενζύμου

G6PD

1977

ένζυμο G6PD

φθοριομετρική

Συγγενής

υποθυρεοειδισμός

(ΣΥ)

1979

θυρεοειδοτρόπος

ορμόνη (ΤSΗ)

ανοσοφθοριομετρική

Γαλακτοζαιμία

πιλοτικά

2006

1992-3

γαλακτόζη

χρωματομετρική

 

Ο έλεγχος στηρίζεται στη μέτρηση των ως άνω ουσιών σε αποξηραμένες σταγόνες αίματος, που λαμβάνονται διά σκαριφισμού από την πτέρνα των νεογέννητων την ημέρα που φεύγουν από τη μαιευτική μονάδα (συνήθως 3η-4η ημέρα ζωής), σύμφωνα με οδηγίες που έχουν αποσταλεί από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (ΙΥΠ). Σε πρόωρα και άρρωστα νεογνά, τα οποία έχουν συνήθως παρατεταμένη παραμονή σε κάποια εντατική μονάδα νοσηλείας νεογνών (ΜΕΝ), η αιμοληψία αρχικά πραγματοποιείται μεταξύ 5ου και 7ου 24ωρου ζωής (ανεξάρτητα από διάρκεια κύησης, λήψης γάλακτος ή συνοδού παθολογίας), στη συνέχεια μία εβδομάδααργότερα (περίπου 14η ημέρα ζωής) και επίσης πριν φύγει το μωρό από τη ΜΕΝ.

 

Φαινυλοκετονουρία

 

Η φαινυλοκετονουρία οφείλεται στην ανεπάρκεια ενός ηπατικού ενζύμου, της υδροξυλάσης της φαινυλαλανίνης, το οποίο μεταβολίζει το αμινοξύ φαινυλαλανίνη σε τυροσίνη. Αποτέλεσμα αυτής της διαταραχής είναι να συσσωρεύεται στο αίμα μεγάλη συγκέντρωση του αμινοξέως φαινυλαλανίνη, η οποία είναι τοξική για τον εγκέφαλο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων προβλημάτων, να προκαλεί και νοητική καθυστέρηση στους πάσχοντες.

Το αμινοξύ αυτό είναι απαραίτητο συστατικό στη διατροφή και βασικό συστατικό των τροφών και φυσικά του γάλακτος. Η θεραπευτική αγωγή όλων των ασθενών έγκειται στην εφ΄όρου ζωής λήψη τροφών με χαμηλή συγκέντρωση σε φαινυλαλανίνη, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια ζωής και  κατά την αναπαραγωγική ηλικία των γυναικών πριν τη σύλληψη και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Γυναίκες με αυξημένα επίπεδα φαινυλαλανίνης στο αίμα θεωρούνται υψηλού κινδύνου στο να αποκτήσουν παιδί με νοητική καθυστέρηση, συγγενή καρδιοπάθεια, μικροκεφαλία κ.α..

Η νόσος κληρονομείται με τον αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο και έχει συχνότητα 1 : 15.000 -  25.000 νεογνά.

Έλλειψη του ενζύμου αφυδρογονάση της 6-φωσφορικής γλυκόζης(G6PD)

 

Η ανεπάρκεια του ερυθροκυτταρικού ενζύμου αφυδρογονάση της 6-φωσφορικής γλυκόζης (G6PD) εμφανίζει αυξημένη συχνότητα στη χώρα μας και είναι γνωστή από τον καιρό του Ιπποκράτη (κυαμισμός). Όταν ένα νεογνό έχει πλήρη έλλειψη του ενζύμου μπορεί να πάθει αιμόλυση και να εμφανίσει έντονο ίκτερο, εάν έλθει σε επαφή με κάποιες ουσίες (πχ. ναφθαλίνη) ή χορηγηθούν σε αυτό το ίδιο ή στη θηλάζουσα μητέρα ορισμένα φάρμακα ή εάν η μητέρα του καταναλώσει κουκιά κλπ.

Το υπεύθυνο για την παραγωγή του ενζύμου γονίδιο εδράζεται στο χρωμόσωμα Χ , δηλαδή κληρονομείται με τον φυλοσύνδετο υπολειπόμενο τρόπο και ως εκ τούτου είναι συχνότερη η έλλειψη στα αγόρια (τα οποία το κληρονομούν από τις μητέρες τους) από ότι στα κορίτσια. Η συχνότητα είναι 3,2% στα αγόρια και 1,7% στα κορίτσια.

 

Παρακάτω παρουσιάζεται ο πίνακας με Φάρμακα Ασύμβατα με την ανεπάρκεια του ενζύμου G-6-PD 

Read more: Έλλειψη του ενζύμου αφυδρογονάση της 6-φωσφορικής γλυκόζης(G6PD)

Συγγενής υποθυρεοειδισμός

 

Ο συγγενής υποθυρεοειδισμός είναι μία από τις συχνότερες παθήσεις που ανιχνεύονται μέσω του προληπτικού προγράμματος νεογνών. Οφείλεται στην ολική ή μερική υπολειτουργία του θυρεοειδούς αδένα με αποτέλεσμα μία σημαντική ορμόνη που παράγει ο αδένας αυτός, η Θυροξίνη, να λείπει από τον οργανισμό ή να βρίσκεται σε χαμηλή συγκέντρωση. Η έλλειψη της Θυροξίνης επηρεάζει όλα τα συστήματα του οργανισμού, προκαλώντας νωθρότητα, δυσκοιλιότητα, ίκτερο, δυσκολία στη σίτιση, καθυστέρηση στη σωματική ανάπτυξη και κυρίως νοητική υστέρηση, η οποία είναι μη αναστρέψιμη. Όλα αυτά προλαμβάνονται με την έγκαιρη διάγνωση και χορήγηση θεραπείας υποκαταστάσεως με Θυροξίνη μέσα στις 15 πρώτες ημέρες ζωής.

Η συχνότητα της πάθησης είναι περίπου 1 : 3000 νεογνά και έχει υπερδιπλασιασθεί τα τελευταία χρόνια με την ανίχνευση και ηπιότερων μορφών συγγενούς υποθυρεοειδισμού. Συνήθως οφείλεται σε ενδομήτρια δυσγενεσία του αδένα (απλασία θυρεοειδούς ή έκτοπο θυρεοειδικό ιστό) άγνωστης μέχρι στιγμής αιτιολογίας στην πλειοψηφία των περιπτώσεων και ως εκ τούτου θεωρείται τυχαίο γεγονός. Σε μικρότερο ποσοστό (περίπου 20% των περιπτώσεων) είναι κληρονομικής αιτιολογίας, κληρονομούμενος με τον αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο. Οι ηπιότερες μορφές συγγενούς υποθυρεοειδισμού είναι συνήθως κληρονομικής αιτιολογίας και η διάγνωσή τους έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό του συγγενούς υποθυρεοειδισμού κληρονομικής αιτιολογίας.

Η μέτρηση της TSHστις αποξηραμένες σταγόνες αίματος επιτρέπει την ανίχνευση μόνο του πρωτοπαθούς συγγενούς υποθυρεοειδισμού, που οφείλεται σε πρόβλημα σύνθεσης των ορμονών στον ίδιο τον αδένα. Με παράλληλη μέτρηση και της θυροξίνης (Τ4) στις αποξηραμένες σταγόνες αίματος εντοπίζονται και οι μορφές συγγενούς υποθυρεοειδισμού κεντρικής αιτιολογίας (υποθαλαμικού ή υποφυσιακού), των οποίων η συχνότητα κυμαίνεται από 1:20.000 στην Ολλανδία έως 1: 50.000 στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα η μέτρηση της Τ4 στις αποξηραμένες σταγόνες αίματος δεν γίνεται λόγω υψηλού κόστους.

Γαλακτοζαιμία

 

Η πάθηση οφείλεται στην αδυναμία μετατροπής της γαλακτόζης /λακτόζης (σακχάρου του γάλακτος) σε γλυκόζη (σακχάρου του οργανισμού, που χρησιμοποιείται ως πηγή ενέργειας) λόγω διαταραχών ενός εκ των τριών ενζύμων, που ενέχονται στην αντίδραση αυτή. Η πιο συχνή μορφή γαλακτοζαιμίας οφείλεται στην ανεπάρκεια του ενζύμου ουριδυλοτρανσφεράση της 1-φωσφορικής γαλακτόζης. Τα υπόλοιπα δύο ένζυμα είναι η επιμεράση και η γαλακτοκινάση της γαλακτόζης.

Διαγιγνώσκεται είτε μέσω της αυξημένης συγκέντρωσης γαλακτόζης και φωσφορικής-1- γαλακτόζης είτε μέσω της μέτρησης της δραστικότητας του ενεχόμενου ενζύμου στις αποξηραμένες σταγόνες αίματος (κλασσική γαλακτοζαιμία).

Προκαλεί καταρράκτη, νοητική καθυστέρηση, προβλήματα στείρωσης στα κορίτσια και ακόμη θάνατο από σηψαιμία, εάν δεν διαγνωσθεί τις πρώτες ημέρες ζωής.

Η συχνότητά της ποικίλλει από 1 : 15.000 – 50.000 και κληρονομείται με τον αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο.

Η θεραπεία έγκειται στην εφ’ όρου ζωής αποφυγή λήψης γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.

Το πρόγραμμα εφαρμόσθηκε πιλοτικά επί δύο χρόνια ( 1992-3), αλλά η πανελλαδική εφαρμογή του δεν πραγματοποιήθηκε λόγω έλλειψης κονδυλίων. Έναρξη του προγράμματος πανελλαδικά έγινε το 2ο εξάμηνο του 2006.